Η αντανάκλαση της πανσελήνου στον νερόλακκο του δρόμου,
αναβράζον ντεπόν για αδέσποτους σκύλους.
Σ.Κ.
Στέλιος Καραθεοδώρου
Η αντανάκλαση της πανσελήνου στον νερόλακκο του δρόμου,
αναβράζον ντεπόν για αδέσποτους σκύλους.
Σ.Κ.
Στην σκιά μας θα βρίσκουμε πάντα τον δρόμο,
το άπλετο
φως μπροστά μας όπως διασχίζει
και όταν
χάνεται πίσω ή πλάι απ’ τα μάτια μας,
την διαδρομή μας πάλι αυτή θα την ορίζει.
Σ.Κ.
Το λες και νεκροφίλημα,
το παράταιρο αποτύπωμα των φτερών της
πεταλούδας,
πάνω στο ψυχρό τσιμέντο,
το λες και μνήμη,
την παγωμένη αίσθηση της άψυχης σάρκας,
που άσβεστη μένει στα χείλη.
Σ.Κ.
Βρίσκω την χαρά,
ανάμεσα στις λέξεις,
εκεί που σκάει το κύμα,
μα είπες δεν θα αντέξεις,
το μεσοδιάστημα της σιωπής,
το χαμένο μου βλέμμα,
όταν ψάχνει με αγωνία το ουσιώδες στο
ευτελές
και αναζητεί την συμπόρευση,
σε κάθε σου νεύμα,
στις σύντομες σιωπές,
καταλαγιάζει η καταιγίδα,
στροβιλίζομαι πάνω απ'την πόλη,
σαν Μαίρη Πόπινς χωρίς ομπρέλα,
μία διαρκής εξοικείωση με το αίσθημα της
ελεύθερης πτώσης,
ένα ταξίδι χωρίς πυξίδα,
μην φοβάσαι χαμογέλα.
Σ.Κ.
Στις αποβάθρες των λιμανιών,
όσοι εγκαταλείπουν την πατρίδα τους
επιβιβάζονται στα πλοία μισοί.
Ένα αόρατο νήμα τους κρατάει δεμένους με ότι
άφησαν πίσω
και μεταφέρει νοερά τις δονήσεις όσων
εγκατέλειψαν στην ακτή.
Πάνω απ' τα κεφάλια τους,
ένα αιωρούμενο νέφος από σαρδέλες,
αλλάζει σχηματισμούς για να αποτρέψει τον
θηρευτή.
Η αντανάκλαση του φόβου τους στο μάτι του
κήτους,
κουβαλάει την μνήμη της περιδίνησης των
άστρων.
Όπως τις ρωγμές των τοίχων που μοιάζουν με
συνθήματα σε μια ακατάληπτη γλώσσα,
η κραυγή αγωνίας της αστικής φθοράς,
θα βρίσκει πάντα διέξοδο μέσα από τόνους
μπετόν,
σαν ψίθυρος που σπάει τον ήχο που κάνει η
βροχή.
Σ.Κ.
Από τότε που ο Σμόκι έγλειψε το αίμα του νεκρού μαφιόζου, που δολοφονήθηκε ανάμεσα στις καλαμιές κάτω από την γέφυρα τον περασμένο Μάιο, έπαψε να τον συγκινεί η ξηρή τροφή και τα περισσεύματα των γευμάτων από τα γύρω σπίτια και θέριεψε σταδιακά η λαχτάρα του για ανθρώπινο αίμα. Αγνοεί συστηματικά, κόντρα στην βουλιμία των συντρόφων του, την τροφή που τους προσφέρουν οι φιλόζωοι γείτονες και ορμάει σαν υπνωτισμένος στα γυμνά χέρια των ευεργετών του, με σκοπό να τα κατασπαράξει.
Στέλιος Καραθεοδώρου
Να ξαναδινεις νόημα,
στα μέρη που το γύρεψες,
να επιστρέφεις από την μνήμη,
σαν εικόνα που ζωντανεύει,
να κατακτά το όνειρο,
τον χώρο που του στέρησες,
και όταν φτάνει να μοιάζει πως φεύγει.
Σ.Κ.
Στις μελλοντικές Ατλαντίδες μας,
τα παιδικά μας χρόνια θα κείτονται
στην γραμμή του ορίζοντα,
σαν αποκαμωμένοι σχοινοβάτες
πάνω από τα καταποντισμένα συντρίμμια
μιας ξοδεμένης ύπαρξης,
κάτω από το αναπόδραστο βάρος
της επαναλαμβανόμενης πρώτης ανάσας μας.
Στην ανεπαίσθητη χρωματική διαβάθμιση του
γαλάζιου,
μεταξύ ουρανού και θάλασσας,
ο ήχος της ταλάντωσης του συρματόσχοινου
υπό το βάρος της αθωότητας,
τροφοδοτεί με τον καρδιακό μας ρυθμό
την μελωδία της ματαιότητας.
Σ.Κ.
Ο Σμόκι κρυμμένος στις καλαμιές, το περασμένο βράδυ, έγινε μάρτυρας μιας συναλλαγής με κακή έκβαση, ανάμεσα στα μέλη της ντόπιας μαφίας, στις όχθες του χειμάρρου.
Είδε τον τσιλιαδόρο που στεκόταν δίπλα στο
τζιπ, να ξεφορτώνεται μέσα στα χόρτα, το μισό από το μπέργκερ που έτρωγε μέχρι
τότε με βουλιμία, λίγο πρίν εγκαταλείψει βιαστικά με τον συνεργό του το σημείο,
αφήνοντας πίσω αναίσθητο έναν αιμόφυρτο άντρα.
Ο Σμόκι πλησίασε στα πόδια του αγνώστου που
ακόμη ανέπνεε, έτριψε την όρθια ουρά του στις σόλες των παπουτσιών, τις ψέκασε
με τα ούρα του και έσκαψε επιδεικτικά το χώμα προς το μέρος του λιπόθυμου, σαν
ένας βιαστικός νεκροθάφτης. Μετά απόλαυσε το μισοφαγωμένο μπέργκερ του
τσιλιαδόρου και ανηφόρισε στο ανάχωμα προς την γέφυρα.
Στην κορυφή, έκανε το μπάνιο του με τις
χαρακτηριστικές κυκλικές κινήσεις του μπροστινού ποδιού γύρω από το αυτί του
και κατευθύνθηκε προς στο παγκάκι, το σήμα κατατεθέν στέκι της συμμορίας της
γέφυρας.
Ξάπλωσε ανάμεσα στην Σιμόν και τον Όζι, που
τους είχε πάρει ήδη ο ύπνος και με γεμάτη κοιλιά γουργούριζε μέχρι να κοιμηθεί.
Το πρωί ο Σίντ, ο αρχηγός της αγέλης,
καθόταν πάνω στο μπράτσο από το παγκάκι και περίμενε υπομονετικά τον Σμόκι να
ξυπνήσει, για να του δώσει εξηγήσεις για το μπέργκερ που έφαγε μόνος και που
ακόμα η μυρωδιά του γινόταν αντιληπτή στην ατμόσφαιρα, προκαλώντας την
συσσωρευμένη οργή του Σίντ, μέχρι την αναπόφευκτη εκτόνωση της πάνω στον
ανυποψίαστο Σμόκι.
Στέλιος Καραθεοδώρου
Όταν η φιγούρα της κόρης σου κόντρα στο φως,
συμπυκνώνει το αρχέγονο δέος του πρωτόπλαστου,
τον βρυχηθμό από τα έγκατα της γης,
που πυροδότησε έναν πίδακα από λάβα με
κοκκινόχωμα
και έγινε το μετέωρο πρωτόλειο νεφέλωμα,
που έμελλε να πάρει την μορφή της ζωής
και που ανασταίνεται μέσα σου,
κάθε φορά που νομίζεις ότι την έχασες,
μόλις την αντικρίζεις.
Σ.Κ.
Αν είχαν οι νεκροί την ευκαιρία,
να ζήσουν έστω και μια κακή σου μέρα,
ξέρουν το πως,
μα δεν μπορούν,
να κάνουν την κάθε σου στιγμή μια Κυριακή,
όταν για σένα ξημερώνει,
ακόμα μια Δευτέρα.
Σ.Κ.
Στου κρανίου τον τόπο,
ακόμη στριγκλίζουν οι εκτροχιασμένες αμαξοστοιχίες.
Στους κυρτούς τοίχους των παγωμένων τούνελ,
ακόμη λαμπυρίζουν τα πυρωμένα βαγόνια.
Στον αέρα δεν έχει οξυγόνο,
κατακάθησε στο έδαφος η επιθανάτια αγωνία σαν θειάφι,
μια τοξική ομίχλη σου καίει τα πνευμόνια.
Ο υπόκωφος βόμβος της μηχανής δεν σταματά,
η ηχώ των νεκρών που μέσα σου ουρλιάζει
και τα καυτά χαλίκια που λιώνουν τις σόλες,
σου θυμίζει πως το ηφαίστειο κάτω από εκεί που πατάς,
ακόμη κοχλάζει.
Σ.Κ.
Το μοτίβο μιας επαναλαμβανόμενης κόκκινης βούλας στις πλάκες του πεζοδρομίου,
η διάστικτη αιμορραγία ενός καταναγκαστικού
γκραφιτά χωρίς σπρέι,
που ζωγραφίζει τρυπώντας τις αρτηρίες του
μπροστά στους λευκούς τοίχους της πόλης,
ένας σύγχρονος Χάνσελ που σημαδεύει
ανεξίτηλα τον δρόμο της επιστροφής του με την Γκρέτελ,
για να θυμάται να μην γυρίζει ποτέ εκεί που
μισεί με αυτήν που αγαπά.
Σ.Κ.
μια σταλιά νύχτα
δεν φτάνει
να ορίσει την πέτρα
που χάνει
της καλοκαιρινής μέρας
την κάψα
μια σταλιά γάλα
δεν αρκεί
να ορίσει ως βδέλυγμα
της μύγας την ακόρεστη λαχτάρα για σήψη
της άψυχης σάρκας
το θαύμα
Σ.Κ.
[Λιτανεία]
Στο
κέντρο της πόλης,
ο
ήλιος χαμηλά,
τρυπώνουν
οι ακτίνες του στα στενά,
ένας
άνθρωπος με μακριά σκιά,
περπατάει
στα χαμένα,
κρατάει
τρυφερά,
τον
νεκρό του σκύλο,
άκαμπτο
στην ζεστή του αγκαλιά.
[Προσευχή]
Μια
καρακάξα με σπασμένα φτερά,
πηδάει
αλλοπρόσαλλα απ' το ανάχωμα,
ξανά
και ξανά,
κάθε
λίγο που καταφέρνει να βρίσκεται στο κενό,
κόντρα
στον ήλιο,
η
ανέπαφη με το σώμα της στο έδαφος σκιά,
είναι
μία ακόμα στιγμιαία εκπλήρωση,
της
εξέγερσης ενάντια στην φθορά.
[Εσπερινός]
Ο
εναπομείνας ημιτελής οβελίσκος στα ορυχεία του Ασουάν,
είναι
η κατακεκλιμένη ακτίνα του ήλιου,
που
αρνήθηκε να αποτραβηχτεί ένα δειλινό
και
κατέπεσε πετρωμένη στο χαράκωμα της ερήμου,
θυμίζοντας
πως το σκοτάδι,
είναι
ο απαραίτητος δισταγμός,
που
κληροδοτεί το ανεξίτηλο αποτύπωμα της αδράνειας,
στην
ματαιότητα της νέας ημέρας.
[Μνημόσυνο]
Ο
ήχος του ανέμου μέσα απ' τις σπασμένες προθήκες των τάφων
και
οι σκιές του τρεμοπαίγματος των κορυφών απ' τα κυπαρίσσια πάνω στα λευκά
μάρμαρα,
μνημονεύουν
τις ορατές μελωδίες ενός ανήλιαγου λυρικού λάρυγγα,
τους
ανάγλυφους στίχους του βέβηλου ποιητή,
απ'
τον αιχμηρό αντίλαλο της απαγγελίας τους πάνω στους αιώνιους βράχους
και
τον οργασμό των Σάτυρων που για όσο διαρκεί,
μετουσιώνει
το ανέγγιχτο φως του ήλιου σε απτό γεωμετρικό δέσμημα,
από
φλεγόμενες τροχιές που έχουν αποκρυσταλλωθεί.
Σ.Κ.
Μην φέρεσαι σαν παιδί, λένε,
μα
αν είμαι παιδί,
το
πρώτο σύννεφο που έσπασε την μονοτονία του καθαρού ορίζοντα,
ήταν
το αστεροειδές παραισθησιογόνο εναιώρημα,
που
μου χορήγησες με ένα αστραπιαίο χαμαιλεόντειο γλωσσόφιλο,
όταν
χορεύαμε αντικρυστά σε μια απροσάρμοστη συνάθροιση,
σε
μια εκκλησία που ο θεός ήταν ντίτζεϊ
και
μείς για όσο έπαιζε η μουσική,
τα
αιωρούμενα χειραφετημένα τέκνα του.
Κάθιδρος
στο ύπαιθρο πάρκινγκ το ξημέρωμα,
οι
υδρατμοί απ' τους ανοιχτούς μου πόρους έγιναν προσευχή
και
το αιθέριο ταξίδι τους,
εχέγγυο
του μεταθανάτιου ραντεβού μας.
Μην
φέρεσαι σαν παιδί, λένε,
μα
αν είμαι παιδί,
η
υγρή παλάμη σου,
παγωμένο
χάδι στην καυτή προμετωπίδα της βιογραφίας μου,
κάνει
την σπονδυλική μου στήλη να αναριγεί
και
τις σκέψεις μου να κοχλάζουν,
σαν
καυτός χυλός από παραγινωμένους αμανίτες,
που
απορρόφησαν όλη την σοφία του κόσμου απ' την πάχνη του αρχέγονου δάσους
και
εκπλήρωσαν την εξαΰλωση μου στο στερέωμα,
ένα
νεφέλωμα δομημένο απ' τις νευρικές μου απολήξεις,
που
κινούμενο σχηματίζει λέξεις σε μία ακατάληπτη γλώσσα.
Βρέχει
ασταμάτητα,
οι
ομόκεντροι κύκλοι απ' τις σταγόνες που προσκρούουν στους αντικατοπτρισμούς των
νερόλακκων,
κάνουν
την υπέρβαση μου αδύνατη,
σε
ένα περιβάλλον αντίπαλων παλμικών διαστάσεων,
που
παραμορφώνονται διαδοχικά
και
διεισδύουν η μία μέσα στην άλλη ακατάπαυστα,
χωρίς
φυγή,
δεν
είμαι πια παιδί.
Σ.Κ.
Δεν είναι η απόδειξη της ύπαρξης του χρόνου,
το κατακάθισμα της σκόνης,
η αποφυγή της βλεμματικής επαφής του ενήλικα,
με τα αντικείμενα που κάποτε ζωντάνευαν στα χέρια του.
Δεν είναι ούτε χώρος,
η συνεχιζόμενη κατάληψη της μνήμης,
που στενεύει τα όρια του εύθρυπτου ενεστώτα μας,
στον βωμό της βαρύτητας που γίνεται όλο και πιο αβάσταχτη.
Είμαστε τα ξεχασμένα παιχνίδια στα παιδικά μας δωμάτια,
διαπερατές οπτασίες που αιωρούνται άπραγες στο κενό,
ανέγγιχτα όνειρα που νοηματοδότησαν το τίποτα στα πρώτα μας βήματα,
ατίθασα άλογα που χάθηκαν τυφλωμένα στην αμμοθύελλα
και όταν εκτέθηκαν ταριχευμένα στο φως του ήλιου θρυμματίστηκαν.
Σ.Κ.
άσφυγμη φθορά
το ακατανόητο
πριν σπαρταρούσε/
μαύρη φιγούρα
αλλοτρίωσης πλάσμα
της μέρας παύση/
σπόρος το δάκρυ
μέσα στο χώμα κυλά
μα δεν φυτρώνει/
σύννεφο ρόγχος
καίει ένας άνθρωπος
άνυδρη πλάση/
Σ.Κ.
Πόσο θαυμαστή η καρτερική σιωπή της ματαιότητας,
ενός μοιραίου τέλους που αδυσώπητα πλησιάζει,
άκαμπτη σαν τα άψυχα ακροδάχτυλα,
που φυλάκισαν το τελευταίο χάδι,
πουλί σε κλουβί για μια ζωή,
στον θώρακα η καρδιά εγκλωβισμένη,
βρήκε το χάραμα την πανσέληνο,
πάνω σε ιστό από γυμνά καλώδια παγιδευμένη,
σαν οφθαλμική κόρη μυδριασμένη,
μια νότα που δεν παίζει πια,
σε παρτιτούρα ηλεκτρισμένη.
Σ.Κ.
Σε μια άνυδρη μετέωρη στέπα,
ημιθανείς λιβελούλες ακροβατούσανε στις κορφές των άκαρπων μίσχων,
που είχαν φυτρώσει στην σκουριά των παροπλισμένων αντλιών
και τις μουμιοποίησε η συνεχής υπερέκθεση στο υπόκωφο βουητό του χάους.
Στα ερείπια των θεωρείων,
προεξείχαν οι απογυμνωμένες σιδερόβεργες απ' τα θρυμματισμένα τσιμέντα,
σαν συρμάτινες τρίχες που κρέμονταν απ' το κουφάρι ενός σιδερένιου κρανίου
και σχημάτιζαν έναν αμφιθεατρικό μεταλλικό καταρράκτη,
που στο κέντρο του κόχλαζε το τίποτα.
Οι αναθυμιάσεις απ' τα σπλάχνα του,
σχημάτισαν τα σπάργανα τ' ουρανού,
τα πρώτα σύννεφα.
Σ.Κ.
Στον παραμερισμό της αδυναμίας,
στην περιθωριοποίηση του διαφορετικού,
στην αντήχηση της αδειοσύνης,
γίνεσαι αντιληπτός,
μόνο από το απρόβλεπτο εξόγκωμα της μάζας σου,
σε μια οπτική ή απτική ακολουθία.
Στην άκρη του δρόμου, στο απόμερο παγκάκι,
στο κρυμμένο κρεβάτι στο πίσω δώμα, κάτω απ' τις γέφυρες,
στα ευαγή ιδρύματα, στα σωφρονιστήρια της σκέψης,
σε διαπερνούν τα προσηλωμένα βλέμματα,
στην απρόσκοπτη ενατένηση
της προσωπικής τους ματαιοδοξίας.
Στο μεταίχμιο της λήθης,
στην άρνηση της αποδοχής σου από τους άλλους,
αλλά και στην εκούσια απόρριψη των άλλων από σένα,
εκεί που γίνονται συνώνυμα η μοναξιά με την ελευθερία
και λίγο πριν η υπόσταση σου μετουσιωθεί στο ακόρεστο τίποτα,
είσαι μια μελωδία που εξασθενεί μέσα στον αντίλαλο της
και δεν καταφέρνει ποτέ να δονήσει έναν τυμπανικό υμένα,
ένα χάδι ξοδεμένο στον αέρα,
που ποτέ δεν θα κάνει ένα κορμί να αναριγήσει
και μια αγκαλιά που μάταια σφίγγει το κενό,
μα ποτέ δεν γεμίζει.
Σ.Κ.
Αληθινά αγκαλιάζει όποιος έχει στο σώμα
αγκάθια που τρυπάνε προς τα μέσα.
Αληθινά φιλάει όποιος αφήνει μέσα απ' τα
χείλη
να ξεφύγει η τελευταία του ανάσα.
Σκληρό και άγευστο το ανήθικο όφελος
της αναπόφευκτης υπογλυκαιμίας,
η προσδοκία πάντα καταλήγει σφηνωμένη
στα δόντια σαν μια ωμή πατάτα.
Ένα συνεχές σπρώξε πίσω αυτό που φοβάσαι μη
γίνεις,
στις τσέπες των νεκρών καίνε ξερά φύλλα
λεβάντα.
Αναστροφή της Παρασκευής με Δευτέρα,
αφουγκράζομαι τις φωνές του πλήθους στην
αρένα,
σε αγγίζω μα δεν βρίσκω εσένα,
έχεις την καρδιά στα δεξιά
και το στόμα πίσω στον αυχένα.
Την τελευταία φορά που σε είδα, πριν πολλά χρόνια, στεκόσουν δίπλα σε ένα ξερακιανό δέντρο πίσω από το main stage. Έμπηγες τα νύχια ξύνοντας με μανία τον ξερό φλοιό του κορμού και μασούσες αλόγιστα κάθε κομμάτι ξύλου που κατάφερνες να αποσπάσεις. Είχε γεμίσει σκλήθρες το στόμα σου, είχαν σκιστεί τα ούλα σου, χτυπούσες με δύναμη τα γυμνά σου πέλματα στο χώμα και με αντίκριζες κατάματα με ένα άδειο βλέμμα που με διαπερνούσε.
Χόρευα στα 152bpm, με τα μάτια σου μέσα στα δικά μου, να βλέπω αμφίδρομα, απ' την μία τις ηλεκτρικές δονήσεις να ζυμώνουν ρυθμικά τις εγκεφαλικές πτυχώσεις μέσα στο κρανίο μου και παράλληλα το απόκοσμο πρόσωπο σου, που από τις κενές ερεβώδεις κόγχες του, κυλούσε αίμα με ροκανίδια.
Σήκωσα τα χέρια μου εκστατικά ψηλά και άρπαξα το πτερύγιο από ένα τυχαία διερχόμενο μελωδικό riff, που είχε την μορφή δελφινιού και με παράσερνε στα βαθιά, όλο και πιο μακριά σου. Αφέθηκα να αιωρούμαι στο εσωτερικό ενός κοπαδιού από σαρδέλες, που ερωτοτροπούσαν σε σχηματισμό δίνης και με εξαΰλωνε σε κάθε της περιστροφή.
Δεν υπήρξαμε ξανά. Έμεινε μόνο το διάτρητο κέλυφος μας έρμαιο στο χωροχρονικό συνεχές, σαν τα παραγκωνισμένα κουφάρια των πλοίων στις κρημνώδεις ακτές, που μπαινοβγαίνει η θάλασσα μέσα τους χωρίς νόημα.
Στις παρυφές του δάσους,
κάθε χαραυγή,
το πλάσμα μεταμορφωνόταν,
έπαιρνε πάλι του δέντρου την μορφή.
Σκισμένο κάθετα από κεραυνό,
χωρίς σκιά ήδη νεκρό,
μια ασάλευτη μαριονέτα
να προειδοποιεί τον περαστικό,
πως ζωντανός δεν θα γυρίσει,
πιο μέσα αν πάει από δω.
Στο βαθύ δάσος η καταχνιά,
καθηλώνει στο έδαφος τα μικρά ωδικά πουλιά,
απεγνωσμένα προσπαθούν να πετάξουν ψηλά,
μόνο λίγα μάταια φτερουγίσματα καταφέρνουν
και κάτω καταλήγουν για ακόμα μια φορά.
Στο πέπλο της πυκνής ομίχλης,
όπως στης θάλασσας τον βυθό,
οι ήχοι γρήγορα ταξιδεύουν,
με μια απόκοσμη χροιά.
Σέρνεις το βήμα σου στα σάπια φύλλα,
σαν δύτης χωρίς ανάσα,
ασθμαίνοντας βαριά,
νιώθεις στον σβέρκο το χνώτο μιας ύπαρξης,
να σε ναρκώνει γλυκά.
Έχει ήδη νυχτώσει,
το δέντρο έγινε πλάσμα ξανά.
Σαν ξερακιανά χέρια θαμμένου νεκροζώντανου,
που έσκαβε απεγνωσμένος το άγονο έδαφος για να βγει,
την στιγμή που κατάφεραν να απελευθερωθούν στον καθαρό αέρα,
οι απόκοσμες φιγούρες των γυμνών δέντρων,
πάγωσαν μόλις τις αντίκρισα.
Συμβαίνει πάντα με το φοβισμένο ζώο,
τον τρόμο που ακινητοποιεί σαν νευροτοξίνη το θήραμα,
να μπαίνει η γη και ο ουρανός από το ανοιχτό του στόμα
και να βλασταίνουν ανάποδα μέσα του.
Η ρίζα που καίγεται στο φως,
το χώμα που φράζει ερμητικά τα ράμφη των πουλιών,
το θρόισμα της άνοιξης που γίνεται τάφος σιωπηλός,
όλα ένα ανείπωτο ανάθεμα.
(Kampala-Uganda 2021)
Αργά ή γρήγορα όλοι θα καταγραφούμε ως
ιατρικά περιστατικά. Αναβλητικά ή τελεσίδικα. Ο μουδιασμένος εγκέφαλος μου
κατακλυζόταν από υπαρξιακές και αγωνιώδεις σκέψεις. Μετά το απρόσμενο
τηλεφώνημα, είχαμε φύγει σαν κυνηγημένοι από το διαμέρισμα μας στον λόφο
Kololo. Η στυφάδα από το αφρικάνικο λευκό κρασί που συνόδευε το μεσημεριανό μας
γεύμα, γαργαλούσε ακόμη τον ουρανίσκο μου και σε συνδυασμό με την αφόρητη ζέστη
μέσα στο ταξί, με βύθιζε σε ένα αλλόκοτο στάτους υπνικής παράλυσης εν κινήσει.
Είχαμε ήδη περάσει τον κυκλικό κόμβο πίσω
από το Oasis mall και βγήκαμε με μανιασμένη ταχύτητα στην Yusuf Lule, με
κατεύθυνση το δικηγορικό γραφείο στην λεωφόρο Kintu. Τα λάστιχα του αυτοκινήτου
στρίγγλιζαν πάνω στην σαθρή άσφαλτο. Η μικρή κοιμόταν γαλήνια πάνω μου, το μάγουλο
της ακουμπούσε στο δικό μου και το σάλιο της έσταζε ρυθμικά στον λαιμό μου.
Δίπλα η Φανή, μασούσε νευρικά την τσίχλα της και στα μεσοδιαστήματα προβάριζε
όλα όσα ήθελε να πει στην δικηγόρο, απειλώντας θεούς και δαίμονες για το που
ήταν ικανή να φτάσει, αν δεν είχε τελειώσει αισίως την υπόθεση μας. Άνοιξε με
τρόπο την τσάντα της και μου έδειξε συνωμοτικά ένα ασημένιο ρεβόλβερ στην
διαχωριστική θήκη. Αναρωτήθηκα για τον ανιχνευτή μετάλλων στην είσοδο του
κτιρίου και με καθησύχασε διαβεβαιώνοντας με πως είναι εκτός λειτουργίας εδώ
και καιρό. Ο οδηγός σήκωσε καχύποπτα το βλέμμα του στον καθρέφτη και μας
παρατηρούσε, αδυνατώντας να αντιληφθεί το περιεχόμενο της συζήτησης μας.
Συνεχίσαμε σιωπηλοί κοιτώντας αδιάφορα από τα ανοιχτά παράθυρα. Ήταν Χριστούγεννα,
χωρίς τζάκι, χοντρά μπουφάν και χιονισμένα τοπία, μα με τροπική ζέστη, καυτή
κόκκινη σκόνη και εναλλαγές ξαφνικών κατακλυσμιαίων βροχών, πρωινής ομίχλης και
μεσημεριανού καύσωνα.
Περάσαμε το θυρωρείο αφού πρώτα
επιβεβαιώσαμε το ραντεβού μας. Ο βαριεστημένος υπάλληλος ζήτησε τα ονόματα μας,
ειδοποίησε με τον ασύρματο ότι φτάσαμε και έδειξε με το χέρι του την σκάλα.
"The lift is out of order”, είπε. Ανεβαίνοντας, λίγο πριν φτάσουμε στο
κεφαλόσκαλο, ξεπρόβαλλε μπροστά μας στο χολ του δεύτερου ορόφου ένα χριστουγεννιάτικο
δέντρο. Η μικρή ζήτησε να την σηκώσω στην αγκαλιά μου για να ακουμπήσει το
αστέρι στην κορυφή του. Η Φανή μπήκε με φόρα στο γραφείο και έκλεισε με δύναμη
την βαριά πόρτα πίσω της. Ποτέ δεν έμαθα τι έγινε μέσα σε αυτό το γραφείο. Τα
λεπτά κυλούσαν βασανιστικά αργά, σαν την πυρακτωμένη λάβα πάνω στις
κακοτράχαλες ιζηματογενής προσχώσεις, που έδειχνε το ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση
του χώρου αναμονής. Βγήκε φανερά αλαφιασμένη κρατώντας έναν ογκώδη φάκελο στο
ένα χέρι, ενώ με το άλλο με άρπαξε τραβώντας με δυνατά όπως έσκυψα να δω από
την μισάνοιχτη πόρτα. Κατεβήκαμε τρέχοντας. Πίσω μας ακούγονταν οι φωνές της
δικηγόρου. Τουλάχιστον ήταν ακόμη ζωντανή, σκέφτηκα.
Στο προαύλιο συναντήσαμε έναν εταιρικό
σοφέρ, που εξυπηρετούσε τις επαγγελματικές μετακινήσεις των στελεχών του
δικηγορικού γραφείου. Σχεδόν κρεμιόταν ο μισός έξω από το ανοιχτό παράθυρο του
σταθμευμένου αυτοκινήτου και έκοβε αφοσιωμένος τα νύχια του με έναν σκαλιστό
κοκάλινο νυχοκόπτη. Σήκωσε το κεφάλι και μας πρότεινε αν θέλαμε να μας μεταφέρει
κάπου. Κάτσαμε πίσω, η Φανή έβγαλε από την τσάντα της μια δεσμίδα σελίνια και
του ζήτησε επίμονα να ξεκινήσουμε αμέσως. Θα επιστρέφαμε στο διαμέρισμα μας να
πάρουμε μερικά πράγματα και από εκεί στο αεροδρόμιο Entebbe, από όπου θα
εγκαταλείπαμε την χώρα οριστικά.
Κατεβαίναμε με ταχύτητα την λεωφόρο Nile,
κάνοντας συνεχώς σλάλομ ανάμεσα στα δεκάδες boda-boda, τις διάσημες
μοτοσυκλέτες ταξί της ανατολικής Αφρικής. Η Φανή μου έσφιγγε πιεστικά το χέρι
και έριχνε συνεχώς κλεφτές ματιές πίσω μας, για να σιγουρευτεί πως κανείς δεν
μας ακολουθεί. Η μικρή καθόταν νανουρισμένη στην αγκαλιά μου. Σε όλη την
διαδρομή μας συνόδευαν οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες του Elvis Presley. Ήταν
απόγευμα και η κίνηση στους δρόμους αυξανόταν επικίνδυνα, αναγκάζοντας μας
σταδιακά σε συνεχείς στάσεις. Σε μία από αυτές, μας πλησίασε πεζή μια μεσόκοπη
κυρία με ένα καλάθι στηριγμένο στο κεφάλι της γεμάτο φρούτα. Ο οδηγός αγόρασε
ένα τσαμπί μπανάνες, ξεφλούδισε μία και άρχισε να την τρώει. “Can I offer you a banana sir?”, με ρώτησε μπουκωμένος. Πλέον κινούμασταν με μια
συχνότητα περίπου ενός με δύο μέτρα το λεπτό. Στην άκρη του δρόμου ένας
κήρυκας, μια ισχνή φιγούρα με ολόμαυρο κουστούμι και μάτια που έσταζαν αίμα,
καλούσε το περαστικό πλήθος να μετανοήσει για τις αμαρτίες του. Στον πρόχειρο
λαμαρινένιο τοίχο που οριοθετούσε την παραγκούπολη στις παρυφές του λόφου,
διέκρινα ένα ξεθωριασμένο σύνθημα από κάρβουνο, “MARRIAGE CAN WAIT/EDUCATION
CANNOT”.
Ο χρόνος πίεζε ασφυκτικά και το όχημα μας
ακινητοποιήθηκε αναπόδραστα, σε ένα επικού μεγέθους μποτιλιάρισμα στον κυκλικό
κόμβο κοντά στο σπίτι, στο κέντρο του οποίου δέσποζε η πελώρια διαφημιστική
ταμπέλα του KFC. Στην βάση της, μια συστάδα δίμετρων καναβουριών ανέμιζε
αλλοπρόσαλλα, έρμαιο των ριπών αέρα που προμήνυε την έλευση ενός απρόοπτου
μπουρινιού. Ο ήλιος χαμηλά στην δύση του, ζωγράφιζε στην ήδη υγρή ατμόσφαιρα
ένα ουράνιο τόξο κάτω από τον ερεβώδη ουρανό. Ένας-ένας, όλοι οι οδηγοί και οι
επιβάτες εγκατέλειπαν τα οχήματα τους σιωπηλοί και στέκονταν απεγνωσμένοι,
άλλοι με τα χέρια ψηλά και άλλοι κρατώντας το κεφάλι τους, γύρω από τον κυκλικό
κόμβο, προσηλωμένοι με θρησκευτική ευλάβεια στο καπιταλιστικό τοτέμ στο κέντρο
του, σε μια συνθήκη που θύμιζε παγανιστική τελετή, μια αναπάντεχη ιεροτελεστία
με αρχέγονα χαρακτηριστικά, γύρω από έναν σύγχρονο αστικό βωμό.
Δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε τον οδηγό. Μας
είχε παρατήσει κλειδωμένους στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και χάθηκε μέσα
στο βουβό χαοτικό γίγνεσθαι. Το Blue Christmas του Elvis και πιο πίσω οι
κραυγές του κήρυκα που προσπεράσαμε, ήταν οι μόνοι ήχοι που έσπαζαν την
εκκωφαντική σιωπή που επικρατούσε στον περιβάλλοντα χώρο. Πάνω στην απελπισία
μου και φανερά εκνευρισμένος, αποφάσισα να σκύψω στην μπροστινή θέση και να
πατήσω μακρόσυρτα την κόρνα, ελπίζοντας να εμφανιστεί ο οδηγός για να τον
πληρώσουμε και να συνεχίσουμε με τα πόδια. Μεμιάς όλο το πλήθος στράφηκε προς
την κατεύθυνση μας. Στεκόταν παγερά ακίνητοι, με ανέκφραστα πρόσωπα και τα
ορθάνοιχτα μάτια τους καθηλωμένα πάνω μας επιτακτικά, ένα σύνολο από
διαπεραστικά βλέμματα που κατάφερνε στιγμιαία να μας εξαϋλώσει νοερά. Ο κήρυκας
επαναλάμβανε την λέξη “muzungu”, που στις χώρες της ανατολικής Αφρικής σημαίνει
λευκός άνθρωπος, ενώ το τραγούδι από τα ηχεία είχε κολλήσει στους στίχους του
ρεφρέν “You'll be doing alright-With your Christmas of white”, ξανά και ξανά.
Έβγαλα το κεφάλι από το ανοιχτό παράθυρο και κοίταξα ψηλά ψάχνοντας ενστικτωδώς
μια έξοδο διαφυγής. Στον ουρανό, μια λευκή γραμμή που ξεθώριαζε στην πορεία της
από το αεροπλάνο που χάσαμε, ήταν ένα ίχνος ματαίωσης, σαν την μεταθανάτια
μνήμη, που μάταια πασχίζει να κρατηθεί με νύχια και με δόντια στην θύμηση των
ζωντανών.