Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Η συμμορία της γέφυρας (2)

 Από τότε που ο Σμόκι έγλειψε το αίμα του νεκρού μαφιόζου, που δολοφονήθηκε ανάμεσα στις καλαμιές κάτω από την γέφυρα τον περασμένο Μάιο, έπαψε να τον συγκινεί η ξηρή τροφή και τα περισσεύματα των γευμάτων από τα γύρω σπίτια και θέριεψε σταδιακά η λαχτάρα του για ανθρώπινο αίμα. Αγνοεί συστηματικά, κόντρα στην βουλιμία των συντρόφων του, την τροφή που τους προσφέρουν οι φιλόζωοι γείτονες και ορμάει σαν υπνωτισμένος στα γυμνά χέρια των ευεργετών του, με σκοπό να τα κατασπαράξει.

Στέλιος Καραθεοδώρου



Η συμμορία της γέφυρας

Ο Σμόκι κρυμμένος στις καλαμιές, το περασμένο βράδυ, έγινε μάρτυρας μιας συναλλαγής με κακή έκβαση, ανάμεσα στα μέλη της ντόπιας μαφίας, στις όχθες του χειμάρρου.

Είδε τον τσιλιαδόρο που στεκόταν δίπλα στο τζιπ, να ξεφορτώνεται μέσα στα χόρτα, το μισό από το μπέργκερ που έτρωγε μέχρι τότε με βουλιμία, λίγο πρίν εγκαταλείψει βιαστικά με τον συνεργό του το σημείο, αφήνοντας πίσω αναίσθητο έναν αιμόφυρτο άντρα.

Ο Σμόκι πλησίασε στα πόδια του αγνώστου που ακόμη ανέπνεε, έτριψε την όρθια ουρά του στις σόλες των παπουτσιών, τις ψέκασε με τα ούρα του και έσκαψε επιδεικτικά το χώμα προς το μέρος του λιπόθυμου, σαν ένας βιαστικός νεκροθάφτης. Μετά απόλαυσε το μισοφαγωμένο μπέργκερ του τσιλιαδόρου και ανηφόρισε στο ανάχωμα προς την γέφυρα.

Στην κορυφή, έκανε το μπάνιο του με τις χαρακτηριστικές κυκλικές κινήσεις του μπροστινού ποδιού γύρω από το αυτί του και κατευθύνθηκε προς στο παγκάκι, το σήμα κατατεθέν στέκι της συμμορίας της γέφυρας.

Ξάπλωσε ανάμεσα στην Σιμόν και τον Όζι, που τους είχε πάρει ήδη ο ύπνος και με γεμάτη κοιλιά γουργούριζε μέχρι να κοιμηθεί.

Το πρωί ο Σίντ, ο αρχηγός της αγέλης, καθόταν πάνω στο μπράτσο από το παγκάκι και περίμενε υπομονετικά τον Σμόκι να ξυπνήσει, για να του δώσει εξηγήσεις για το μπέργκερ που έφαγε μόνος και που ακόμα η μυρωδιά του γινόταν αντιληπτή στην ατμόσφαιρα, προκαλώντας την συσσωρευμένη οργή του Σίντ, μέχρι την αναπόφευκτη εκτόνωση της πάνω στον ανυποψίαστο Σμόκι.

Στέλιος Καραθεοδώρου



Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

4ΣεκάνςΓιαΤον Ήλιο

[Λιτανεία]

Στο κέντρο της πόλης,

ο ήλιος χαμηλά,

τρυπώνουν οι ακτίνες του στα στενά,

ένας άνθρωπος με μακριά σκιά,

περπατάει στα χαμένα,

κρατάει τρυφερά,

τον νεκρό του σκύλο,

άκαμπτο στην ζεστή του αγκαλιά.

[Προσευχή]

Μια καρακάξα με σπασμένα φτερά,

πηδάει αλλοπρόσαλλα απ' το ανάχωμα,

ξανά και ξανά,

κάθε λίγο που καταφέρνει να βρίσκεται στο κενό,

κόντρα στον ήλιο,

η ανέπαφη με το σώμα της στο έδαφος σκιά,

είναι μία ακόμα στιγμιαία εκπλήρωση,

της εξέγερσης ενάντια στην φθορά.

[Εσπερινός]

Ο εναπομείνας ημιτελής οβελίσκος στα ορυχεία του Ασουάν,

είναι η κατακεκλιμένη ακτίνα του ήλιου,

που αρνήθηκε να αποτραβηχτεί ένα δειλινό

και κατέπεσε πετρωμένη στο χαράκωμα της ερήμου,

θυμίζοντας πως το σκοτάδι,

είναι ο απαραίτητος δισταγμός,

που κληροδοτεί το ανεξίτηλο αποτύπωμα της αδράνειας,

στην ματαιότητα της νέας ημέρας.

[Μνημόσυνο]

Ο ήχος του ανέμου μέσα απ' τις σπασμένες προθήκες των τάφων

και οι σκιές του τρεμοπαίγματος των κορυφών απ' τα κυπαρίσσια πάνω στα λευκά μάρμαρα,

μνημονεύουν τις ορατές μελωδίες ενός ανήλιαγου λυρικού λάρυγγα,

τους ανάγλυφους στίχους του βέβηλου ποιητή,

απ' τον αιχμηρό αντίλαλο της απαγγελίας τους πάνω στους αιώνιους βράχους

και τον οργασμό των Σάτυρων που για όσο διαρκεί,

μετουσιώνει το ανέγγιχτο φως του ήλιου σε απτό γεωμετρικό δέσμημα,

από φλεγόμενες τροχιές που έχουν αποκρυσταλλωθεί.

Σ.Κ.



Μην φέρεσαι σαν παιδί

Μην φέρεσαι σαν παιδί, λένε,

μα αν είμαι παιδί,

το πρώτο σύννεφο που έσπασε την μονοτονία του καθαρού ορίζοντα,

ήταν το αστεροειδές παραισθησιογόνο εναιώρημα,

που μου χορήγησες με ένα αστραπιαίο χαμαιλεόντειο γλωσσόφιλο,

όταν χορεύαμε αντικρυστά σε μια απροσάρμοστη συνάθροιση,

σε μια εκκλησία που ο θεός ήταν ντίτζεϊ

και μείς για όσο έπαιζε η μουσική,

τα αιωρούμενα χειραφετημένα τέκνα του.

Κάθιδρος στο ύπαιθρο πάρκινγκ το ξημέρωμα,

οι υδρατμοί απ' τους ανοιχτούς μου πόρους έγιναν προσευχή

και το αιθέριο ταξίδι τους,

εχέγγυο του μεταθανάτιου ραντεβού μας.

Μην φέρεσαι σαν παιδί, λένε,

μα αν είμαι παιδί,

η υγρή παλάμη σου,

παγωμένο χάδι στην καυτή προμετωπίδα της βιογραφίας μου,

κάνει την σπονδυλική μου στήλη να αναριγεί

και τις σκέψεις μου να κοχλάζουν,

σαν καυτός χυλός από παραγινωμένους αμανίτες,

που απορρόφησαν όλη την σοφία του κόσμου απ' την πάχνη του αρχέγονου δάσους

και εκπλήρωσαν την εξαΰλωση μου στο στερέωμα,

ένα νεφέλωμα δομημένο απ' τις νευρικές μου απολήξεις,

που κινούμενο σχηματίζει λέξεις σε μία ακατάληπτη γλώσσα.

Βρέχει ασταμάτητα,

οι ομόκεντροι κύκλοι απ' τις σταγόνες που προσκρούουν στους αντικατοπτρισμούς των νερόλακκων,

κάνουν την υπέρβαση μου αδύνατη,

σε ένα περιβάλλον αντίπαλων παλμικών διαστάσεων,

που παραμορφώνονται διαδοχικά

και διεισδύουν η μία μέσα στην άλλη ακατάπαυστα,

χωρίς φυγή,

δεν είμαι πια παιδί.

Σ.Κ.



Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

#stratopedo

 Να περπατάς αμέριμνος ανάμεσα στα ερείπια ενός πρώην στρατοπέδου και να ακούς δυνατά την μουσική απ' το κινητό σου που αντηχεί πάνω στα εγκαταλελειμμένα απομεινάρια του χρόνου, μοιάζει με την γλυκιά ψευδαίσθηση μιας ολοκληρωτικής νίκης ενάντια στον μιλιταρισμό.
 Δυναμώνω την ένταση κάθε φορά που συναντώ άλλους περιπατητές, ελπίζοντας να συμπαρασύρω με την μέθη της μουσικής μου όσους ανατριχιάζουν στο περαστικό άκουσμα της, σαν ένας αρχέγονος κωδικός που μυστικά μας ενώνει, ένας μαγεμένος αυλός που για κάποιους θα είναι αδύνατον να μην ακολουθήσουν.
 Πάντα καταλήγω να παίρνω τον δρόμο της επιστροφής μόνος και η ανολοκλήρωτη επιθυμία μου κλείνει ξανά και ξανά τον ίδιο κύκλο φυγής.

Σ.Κ.


τα πρώτα σύννεφα

Σε μια άνυδρη μετέωρη στέπα,

ημιθανείς λιβελούλες ακροβατούσανε στις κορφές των άκαρπων μίσχων, 

που είχαν φυτρώσει στην σκουριά των παροπλισμένων αντλιών

και τις μουμιοποίησε η συνεχής υπερέκθεση στο υπόκωφο βουητό του χάους. 

Στα ερείπια των θεωρείων, 

προεξείχαν οι απογυμνωμένες σιδερόβεργες απ' τα θρυμματισμένα τσιμέντα, 

σαν συρμάτινες τρίχες που κρέμονταν απ' το κουφάρι ενός σιδερένιου κρανίου 

και σχημάτιζαν έναν αμφιθεατρικό μεταλλικό καταρράκτη,

που στο κέντρο του κόχλαζε το τίποτα. 

Οι αναθυμιάσεις απ' τα σπλάχνα του, 

σχημάτισαν τα σπάργανα τ' ουρανού,

τα πρώτα σύννεφα.

Σ.Κ.



καλοκαίρι

Παίρνει σχήμα υπό το βάρος σου η αμμουδιά, 
όπως συμπιέζουν κάτω από την πετσέτα σου τους κόκκους της άμμου οι καμπύλες σου,
δεν είσαι άνεμος ούτε βροχή,
να ρυτιδιάζεις με τις ριπές σου στιγμιαία την θάλασσα,
να φτιασιδώνεις τις παραλίες τους χειμώνες από τα ίχνη των τουριστών του περασμένου καλοκαιριού,
είσαι το άδειο μέρος μιας κλεψύδρας,
το κενό κάτω από τις στιγμές,
που η βαρύτητα το γεμίζει εκτοξεύοντας έναν πολτό ανεκπλήρωτων προσευχών και πρόσκαιρων επιτυχιών, 
μέσα από το εύθραυστο στένωμα που ενώνει την ύπαρξη με την ανυπαρξία,
για όσο διαρκεί το βράσιμο ενός μελάτου αβγού.

Σ.Κ.



Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

Μανιτού

 Την τελευταία φορά που σε είδα, πριν πολλά χρόνια, στεκόσουν δίπλα σε ένα ξερακιανό δέντρο πίσω από το main stage. Έμπηγες τα νύχια ξύνοντας με μανία τον ξερό φλοιό του κορμού και μασούσες αλόγιστα κάθε κομμάτι ξύλου που κατάφερνες να αποσπάσεις. Είχε γεμίσει σκλήθρες το στόμα σου, είχαν σκιστεί τα ούλα σου, χτυπούσες με δύναμη τα γυμνά σου πέλματα στο χώμα και με αντίκριζες κατάματα με ένα άδειο βλέμμα που με διαπερνούσε. 

 Χόρευα στα 152bpm, με τα μάτια σου μέσα στα δικά μου, να βλέπω αμφίδρομα, απ' την μία τις ηλεκτρικές δονήσεις να ζυμώνουν ρυθμικά τις εγκεφαλικές πτυχώσεις μέσα στο κρανίο μου και παράλληλα το απόκοσμο πρόσωπο σου, που από τις κενές ερεβώδεις κόγχες του, κυλούσε αίμα με ροκανίδια. 

 Σήκωσα τα χέρια μου εκστατικά ψηλά και άρπαξα το πτερύγιο από ένα τυχαία διερχόμενο μελωδικό riff, που είχε την μορφή δελφινιού και με παράσερνε στα βαθιά, όλο και πιο μακριά σου. Αφέθηκα να αιωρούμαι στο εσωτερικό ενός κοπαδιού από σαρδέλες, που ερωτοτροπούσαν σε σχηματισμό δίνης και με εξαΰλωνε σε κάθε της περιστροφή. 

 Δεν υπήρξαμε ξανά. Έμεινε μόνο το διάτρητο κέλυφος μας έρμαιο στο χωροχρονικό συνεχές, σαν τα παραγκωνισμένα κουφάρια των πλοίων στις κρημνώδεις ακτές, που μπαινοβγαίνει η θάλασσα μέσα τους χωρίς νόημα.

Στέλιος Καραθεοδώρου



Σαν ξερακιανά χέρια θαμμένου νεκροζώντανου,

που έσκαβε απεγνωσμένος το άγονο έδαφος για να βγει,

την στιγμή που κατάφεραν να απελευθερωθούν στον καθαρό αέρα,

οι απόκοσμες φιγούρες των γυμνών δέντρων, 

πάγωσαν μόλις τις αντίκρισα. 

Συμβαίνει πάντα με το φοβισμένο ζώο,

τον τρόμο που ακινητοποιεί σαν νευροτοξίνη το θήραμα, 

να μπαίνει η γη και ο ουρανός από το ανοιχτό του στόμα 

και να βλασταίνουν ανάποδα μέσα του. 

Η ρίζα που καίγεται στο φως, 

το χώμα που φράζει ερμητικά τα ράμφη των πουλιών,

το θρόισμα της άνοιξης που γίνεται τάφος σιωπηλός,

όλα ένα ανείπωτο ανάθεμα.

Σ.Κ.



Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Ο Έλβις, το καπιταλιστικό τοτέμ και οι παλλόμενες καναβουριές

(Kampala-Uganda 2021)

Αργά ή γρήγορα όλοι θα καταγραφούμε ως ιατρικά περιστατικά. Αναβλητικά ή τελεσίδικα. Ο μουδιασμένος εγκέφαλος μου κατακλυζόταν από υπαρξιακές και αγωνιώδεις σκέψεις. Μετά το απρόσμενο τηλεφώνημα, είχαμε φύγει σαν κυνηγημένοι από το διαμέρισμα μας στον λόφο Kololo. Η στυφάδα από το αφρικάνικο λευκό κρασί που συνόδευε το μεσημεριανό μας γεύμα, γαργαλούσε ακόμη τον ουρανίσκο μου και σε συνδυασμό με την αφόρητη ζέστη μέσα στο ταξί, με βύθιζε σε ένα αλλόκοτο στάτους υπνικής παράλυσης εν κινήσει.

Είχαμε ήδη περάσει τον κυκλικό κόμβο πίσω από το Oasis mall και βγήκαμε με μανιασμένη ταχύτητα στην Yusuf Lule, με κατεύθυνση το δικηγορικό γραφείο στην λεωφόρο Kintu. Τα λάστιχα του αυτοκινήτου στρίγγλιζαν πάνω στην σαθρή άσφαλτο. Η μικρή κοιμόταν γαλήνια πάνω μου, το μάγουλο της ακουμπούσε στο δικό μου και το σάλιο της έσταζε ρυθμικά στον λαιμό μου. Δίπλα η Φανή, μασούσε νευρικά την τσίχλα της και στα μεσοδιαστήματα προβάριζε όλα όσα ήθελε να πει στην δικηγόρο, απειλώντας θεούς και δαίμονες για το που ήταν ικανή να φτάσει, αν δεν είχε τελειώσει αισίως την υπόθεση μας. Άνοιξε με τρόπο την τσάντα της και μου έδειξε συνωμοτικά ένα ασημένιο ρεβόλβερ στην διαχωριστική θήκη. Αναρωτήθηκα για τον ανιχνευτή μετάλλων στην είσοδο του κτιρίου και με καθησύχασε διαβεβαιώνοντας με πως είναι εκτός λειτουργίας εδώ και καιρό. Ο οδηγός σήκωσε καχύποπτα το βλέμμα του στον καθρέφτη και μας παρατηρούσε, αδυνατώντας να αντιληφθεί το περιεχόμενο της συζήτησης μας. Συνεχίσαμε σιωπηλοί κοιτώντας αδιάφορα από τα ανοιχτά παράθυρα. Ήταν Χριστούγεννα, χωρίς τζάκι, χοντρά μπουφάν και χιονισμένα τοπία, μα με τροπική ζέστη, καυτή κόκκινη σκόνη και εναλλαγές ξαφνικών κατακλυσμιαίων βροχών, πρωινής ομίχλης και μεσημεριανού καύσωνα.

Περάσαμε το θυρωρείο αφού πρώτα επιβεβαιώσαμε το ραντεβού μας. Ο βαριεστημένος υπάλληλος ζήτησε τα ονόματα μας, ειδοποίησε με τον ασύρματο ότι φτάσαμε και έδειξε με το χέρι του την σκάλα. "The lift is out of order”, είπε. Ανεβαίνοντας, λίγο πριν φτάσουμε στο κεφαλόσκαλο, ξεπρόβαλλε μπροστά μας στο χολ του δεύτερου ορόφου ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μικρή ζήτησε να την σηκώσω στην αγκαλιά μου για να ακουμπήσει το αστέρι στην κορυφή του. Η Φανή μπήκε με φόρα στο γραφείο και έκλεισε με δύναμη την βαριά πόρτα πίσω της. Ποτέ δεν έμαθα τι έγινε μέσα σε αυτό το γραφείο. Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά αργά, σαν την πυρακτωμένη λάβα πάνω στις κακοτράχαλες ιζηματογενής προσχώσεις, που έδειχνε το ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση του χώρου αναμονής. Βγήκε φανερά αλαφιασμένη κρατώντας έναν ογκώδη φάκελο στο ένα χέρι, ενώ με το άλλο με άρπαξε τραβώντας με δυνατά όπως έσκυψα να δω από την μισάνοιχτη πόρτα. Κατεβήκαμε τρέχοντας. Πίσω μας ακούγονταν οι φωνές της δικηγόρου. Τουλάχιστον ήταν ακόμη ζωντανή, σκέφτηκα.

Στο προαύλιο συναντήσαμε έναν εταιρικό σοφέρ, που εξυπηρετούσε τις επαγγελματικές μετακινήσεις των στελεχών του δικηγορικού γραφείου. Σχεδόν κρεμιόταν ο μισός έξω από το ανοιχτό παράθυρο του σταθμευμένου αυτοκινήτου και έκοβε αφοσιωμένος τα νύχια του με έναν σκαλιστό κοκάλινο νυχοκόπτη. Σήκωσε το κεφάλι και μας πρότεινε αν θέλαμε να μας μεταφέρει κάπου. Κάτσαμε πίσω, η Φανή έβγαλε από την τσάντα της μια δεσμίδα σελίνια και του ζήτησε επίμονα να ξεκινήσουμε αμέσως. Θα επιστρέφαμε στο διαμέρισμα μας να πάρουμε μερικά πράγματα και από εκεί στο αεροδρόμιο Entebbe, από όπου θα εγκαταλείπαμε την χώρα οριστικά.

Κατεβαίναμε με ταχύτητα την λεωφόρο Nile, κάνοντας συνεχώς σλάλομ ανάμεσα στα δεκάδες boda-boda, τις διάσημες μοτοσυκλέτες ταξί της ανατολικής Αφρικής. Η Φανή μου έσφιγγε πιεστικά το χέρι και έριχνε συνεχώς κλεφτές ματιές πίσω μας, για να σιγουρευτεί πως κανείς δεν μας ακολουθεί. Η μικρή καθόταν νανουρισμένη στην αγκαλιά μου. Σε όλη την διαδρομή μας συνόδευαν οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες του Elvis Presley. Ήταν απόγευμα και η κίνηση στους δρόμους αυξανόταν επικίνδυνα, αναγκάζοντας μας σταδιακά σε συνεχείς στάσεις. Σε μία από αυτές, μας πλησίασε πεζή μια μεσόκοπη κυρία με ένα καλάθι στηριγμένο στο κεφάλι της γεμάτο φρούτα. Ο οδηγός αγόρασε ένα τσαμπί μπανάνες, ξεφλούδισε μία και άρχισε να την τρώει. “Can I offer you a banana sir?”, με ρώτησε μπουκωμένος. Πλέον κινούμασταν με μια συχνότητα περίπου ενός με δύο μέτρα το λεπτό. Στην άκρη του δρόμου ένας κήρυκας, μια ισχνή φιγούρα με ολόμαυρο κουστούμι και μάτια που έσταζαν αίμα, καλούσε το περαστικό πλήθος να μετανοήσει για τις αμαρτίες του. Στον πρόχειρο λαμαρινένιο τοίχο που οριοθετούσε την παραγκούπολη στις παρυφές του λόφου, διέκρινα ένα ξεθωριασμένο σύνθημα από κάρβουνο, “MARRIAGE CAN WAIT/EDUCATION CANNOT”.

Ο χρόνος πίεζε ασφυκτικά και το όχημα μας ακινητοποιήθηκε αναπόδραστα, σε ένα επικού μεγέθους μποτιλιάρισμα στον κυκλικό κόμβο κοντά στο σπίτι, στο κέντρο του οποίου δέσποζε η πελώρια διαφημιστική ταμπέλα του KFC. Στην βάση της, μια συστάδα δίμετρων καναβουριών ανέμιζε αλλοπρόσαλλα, έρμαιο των ριπών αέρα που προμήνυε την έλευση ενός απρόοπτου μπουρινιού. Ο ήλιος χαμηλά στην δύση του, ζωγράφιζε στην ήδη υγρή ατμόσφαιρα ένα ουράνιο τόξο κάτω από τον ερεβώδη ουρανό. Ένας-ένας, όλοι οι οδηγοί και οι επιβάτες εγκατέλειπαν τα οχήματα τους σιωπηλοί και στέκονταν απεγνωσμένοι, άλλοι με τα χέρια ψηλά και άλλοι κρατώντας το κεφάλι τους, γύρω από τον κυκλικό κόμβο, προσηλωμένοι με θρησκευτική ευλάβεια στο καπιταλιστικό τοτέμ στο κέντρο του, σε μια συνθήκη που θύμιζε παγανιστική τελετή, μια αναπάντεχη ιεροτελεστία με αρχέγονα χαρακτηριστικά, γύρω από έναν σύγχρονο αστικό βωμό.

Δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε τον οδηγό. Μας είχε παρατήσει κλειδωμένους στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και χάθηκε μέσα στο βουβό χαοτικό γίγνεσθαι. Το Blue Christmas του Elvis και πιο πίσω οι κραυγές του κήρυκα που προσπεράσαμε, ήταν οι μόνοι ήχοι που έσπαζαν την εκκωφαντική σιωπή που επικρατούσε στον περιβάλλοντα χώρο. Πάνω στην απελπισία μου και φανερά εκνευρισμένος, αποφάσισα να σκύψω στην μπροστινή θέση και να πατήσω μακρόσυρτα την κόρνα, ελπίζοντας να εμφανιστεί ο οδηγός για να τον πληρώσουμε και να συνεχίσουμε με τα πόδια. Μεμιάς όλο το πλήθος στράφηκε προς την κατεύθυνση μας. Στεκόταν παγερά ακίνητοι, με ανέκφραστα πρόσωπα και τα ορθάνοιχτα μάτια τους καθηλωμένα πάνω μας επιτακτικά, ένα σύνολο από διαπεραστικά βλέμματα που κατάφερνε στιγμιαία να μας εξαϋλώσει νοερά. Ο κήρυκας επαναλάμβανε την λέξη “muzungu”, που στις χώρες της ανατολικής Αφρικής σημαίνει λευκός άνθρωπος, ενώ το τραγούδι από τα ηχεία είχε κολλήσει στους στίχους του ρεφρέν “You'll be doing alright-With your Christmas of white”, ξανά και ξανά. Έβγαλα το κεφάλι από το ανοιχτό παράθυρο και κοίταξα ψηλά ψάχνοντας ενστικτωδώς μια έξοδο διαφυγής. Στον ουρανό, μια λευκή γραμμή που ξεθώριαζε στην πορεία της από το αεροπλάνο που χάσαμε, ήταν ένα ίχνος ματαίωσης, σαν την μεταθανάτια μνήμη, που μάταια πασχίζει να κρατηθεί με νύχια και με δόντια στην θύμηση των ζωντανών.

Στέλιος Καραθεοδώρου



Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

Σε μια χώρα

Σε μια χώρα που έχει για χρυσάφι τον ήλιο,
το μαύρο δέρμα που γυαλίζει σαν ρευστή σοκολάτα,
της σαβάνας το πορφυρένιο χώμα,
τα χείλη που έχουν των φρούτων την σάρκα,
το φτεροκόπημα των πλουμιστών πουλιών,
των μπανανόδεντρων το κίτρινο θάμβος,
την λάμψη της αργυρόχροης ράχης του γορίλα στην καταχνιά,
το άδυτο του απροσπέλαστου δάσους,
το πολύβουο υπαίθριο παζάρι,
τα περίτεχνα τουρμπάνια στα μαλλιά,
τα καφτάνια που ανεμίζουν απλωμένα στα σχοινιά,
τα στοιβαγμένα ζαχαροκάλαμα που πάνω τους ξαπλώνουν οι εργάτες,
το ποδοβολητό απ’ τα ξυπόλητα παιδιά,
την κόκκινη σκόνη που σηκώνουν με τα πόδια και σου κόβει την ανάσα,
τα τραγούδια γύρω απ’ την φωτιά,
τον απόμακρο ήχο απ’ τα πρωτόγονα κρουστά,
τα εκστασιασμένα κορμιά που συσπώνται ρυθμικά,
στην παλλόμενη φωταψία από τ’ άστρα.
                                                                              
                                                                                             Στέλιος Καραθεοδώρου



Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

ΤΡΑΝΖΙΤ

 Στις τράνζιτ πτήσεις, στις πολύωρες αναμονές στα έρημα αεροδρόμια της κόβιντ εποχής, βρίσκεσαι νηστικός και χωρίς κρεβάτι να κουτουλάς αλύπητα πάνω στα άβολα μπράτσα των μεταλλικών καθισμάτων, παραπαίοντας ανάμεσα στο ονειρώδες και το αληθινό, σαν σύγχρονος σαμάνος με χειρουργική μάσκα, που μέσω της στέρησης της τροφής και του ύπνου, αγγίζεις τα όρια ενός πνευματικού trip που συντελείται παράλληλα στο πλαίσιο ενός ταξιδιού σε πραγματικό χρόνο, περιπλανιέσαι στις τεράστιες κενές σάλες ακολουθώντας υπνωτισμένος τις οδηγίες από τις οθόνες που σε οδηγούν στις πύλες της επόμενης επιβίβασης, πάντα μέσα σε μια γλυκιά αναπόδραστη αιμωδία που σε κάνει να νιώθεις πως υπερίπτασαι, που και που διασταυρώνεσαι με κάποιον άλλον ταξιδιώτη και για λίγο ξυπνάς, μέχρι που ο ήχος από την τροχήλατη αποσκευή του που χτυπάει στους επιδαπέδιους αρμούς ρυθμικά καθώς απομακρύνεται, σε βυθίζει ξανά στο πρότερο status, πιάνεις τον εαυτό σου να συνομιλεί και να φωτογραφίζεται με τις απρόσωπες κούκλες των βιτρινών στα καταστήματα με τα σουβενίρ, αφήνεσαι να σε ψεκάσει με άρωμα η απεγνωσμένη υπάλληλος του duty free που σπάνια πλέον συναντά υποψήφιους πελάτες, μέχρι που καταλήγεις δεμένος στο κάθισμα του αεροσκάφους να χαζεύεις από το παράθυρο, σου έρχεται συνειρμικά ο στίχος του Καββαδία, «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία» και βλέπεις την αστρική προβολή σου πάνω στην αιχμή του φτερού που δονείται πριν την απογείωση, να εκτελεί αλάνθαστες πιρουέτες κόντρα στον άνεμο. 
(φωτ. αεροδρόμιο Αντίς Αμπέμπα)                                                                                                                                                                     Στέλιος Καραθεοδώρου




Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Αφρική

 Από τα βάθη του υποσαχάριου ορίζοντα, εκεί που ο ουρανός και το κοκκινόχωμα της σαβάνας συναντούν την καταπράσινη λωρίδα της δασώδους τροπικής συστοιχίας, απ’ τα έγκατα της μέλαινας γης που την έχουν ποτίσει οι χυμοί των πεσμένων φρούτων κάτω απ’ τα καρποφόρα δέντρα, ξεπρόβαλλαν οι πρώτοι άνθρωποι πλασμένοι από μια λασπώδη μελάσα, με καραμελένια μαλλιά, των παραδείσιων πτηνών την λαλιά και το ράθυμο θρόισμα της ζούγκλας σε κάθε ανάσα, με τα χέρια ψηλά και τα πέλματα γυμνά, ένα ρίγος διαπερνά το κορμί τους και φτάνει μέχρι τα άστρα, σαν τις ρίζες που στα τυφλά συγκλίνουν στον πυρήνα του πλανήτη μες στο σκοτάδι, στον ρυθμό της παλλόμενης καρδιάς, στους ανήλιαγους θώρακες στην σκιά μιας αγκαλιάς, τα ίχνη απ’ τα δάκρυα που κύλησαν, παγιδεύουν όλου του κόσμου τον πόνο σε ένα κεχριμπαρένιο πετράδι.
                                                                                          Στέλιος Καραθεοδώρου



Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

 Πάνω από τα διάσπαρτα προαύλια των ιδρυμάτων, στους ορίζοντες που ευκαιριακά φανερώνονται στα οπτικά μας πεδία, στον ουρανό των αστικών ξέφωτων που διαμορφώνουν οι πλατείες με τους ακάλυπτους, αιωρούνται τα νεκροταφεία των χαμένων μας βλεμμάτων, οι μετέωρες προοπτικές μας στο τίποτα παγωμένες σε μια χωροχρονική κρίση αφαίρεσης, σαν τους σταλαγμίτες στο έρεβος του σπηλαίου που κατακτούν σιωπηλά το άγνωστο χτίζοντας στα τυφλά πάνω στα εξελικτικά τους απομεινάρια, μια συστοιχία αόρατων διανυσμάτων που καθηλώνει την ύπαρξη σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο φυγής που ποτέ δεν πραγματοποιείται. 

                                                            Στέλιος Καραθεοδώρου



Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Ωδή σε ένα ερείπιο

 Μες στο μισοβυθισμένο κουφάρι του παροπλισμένου παράκτιου μνημείου, στο καταφύγιο μιας πλαισιωμένης κενότητας στην απεραντοσύνη της πολύβουης πραγματικότητας, συντελείται μια υπερβατική προσομοίωση σε ένα περιχαρακωμένο πεδίο αισθητηριακής ένδειας, σε έναν χώρο οντολογικής περισυλλογής έξω από το πρίσμα του μοναστικού εγκλεισμού ή της ματαιότητας ενός κενοταφίου που απορρέει από μια θρησκομανή νεκροφιλία, όπου ο κινούμενος διάκοσμος των κυματοειδών λαμπυρισμών από το παιχνίδισμα των ηλιαχτίδων στο εσωτερικό του, βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την ρυθμική αντήχηση από τις ομοβροντίες των παφλασμών στο γυμνό σκυρόδεμα, μοιάζει με τον βορβορυγμό του σιφονιού όταν τα απόνερα του νιπτήρα καταλήγουν στην αναπόδραστη δίνη του, η απόκοσμη και συνάμα γλυκιά μελωδία της ανακουφιστικής λήθης, που σε λυτρώνει για όσο διαρκεί απ’ το ισόβιο ανάθεμα της αβάσταχτης βαρυτικής σύνθλιψης.
 Όταν το αντικρίζεις απ’ έξω, ο παλλόμενος ερεβώδης αντικατοπτρισμός του περιγράμματος της εισόδου πάνω στην ρυτιδιασμένη επιφάνεια της θάλασσας, θυμίζει το ανοιχτό στόμα μιας παραμορφωμένης προσωπογραφίας, την άηχη κραυγή μιας ρευστής απόγνωσης που εξαϋλώνεται υπό το βάρος του υπαρξιακού τρόμου, μια αδηφάγα μαύρη τρύπα που αφού απομυζήσει τον εναπομείναντα χωροχρόνο, θα συνεχίσει να καταπίνει αγόγγυστα τον ίδιο της τον εαυτό, μέχρι η πληρότητα του απόλυτου τίποτα να καλύψει και το τελευταίο ίχνος της ακόρεστης φύσης της.
                                                                                         Στέλιος Καραθεοδώρου


Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

[χορέψτε]

[χορέψτε] σαν τα μεθυσμένα ελάφια, όταν λαίμαργα τρώνε τα παραγινωμένα φιρίκια, που σαπίζουν κάτω απ’ τις μελιτοφόρες αγριομηλιές και απρόβλεπτα σπάνε στον αέρα την μέση, τινάζοντας τις πίσω οπλές [χορέψτε] σαν τους ιαγουάρους στα σκιώδη βροχοδάση, όταν μασάνε φύλλα αγιαχουάσκα και υπνωτισμένοι κυλιούνται λάγνα στο χώμα, με τα μάτια καρφωμένα στις παιχνιδίζουσες φωταψίες, που ξεπροβάλλουν ανάμεσα απ’ τις δέντρινες κορφές [χορέψτε] σαν τα εκστασιασμένα δελφίνια, που κοινωνούν με την σειρά του διαβολόψαρου την τοξίνη και αφήνονται με αιθέριες κινήσεις να τα παρασύρει το ρεύμα, θαυμάζοντας στην επιφάνεια τον τρεμάμενο αντικατοπτρισμό τους, περικυκλωμένο από αντανακλάσεις κυματιστές [χορέψτε]
                                                                                                                
                                                                                                                                 Στέλιος Καραθεοδώρου


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

 Καλοκαιρινές διακοπές, ανέμελες παιδικές φωνές, παράτολμες βουτιές απ' τα βράχια στην θάλασσα, είναι αντίλαλοι μνήμης από μια αναλογική εποχή, στιγμιότυπα που σταδιακά διαχέονται στο σύγχρονο ηλεκτρονικό άπειρο και γίνονται νέες πραγματικότητες, σαν εργαστηριακές αναμνήσεις από το μέλλον, σαν παφλασμοί από πίξελ μέσα σε μια χωροχρονική χύτρα ταχύτητας, λίγο πριν την εκτόνωση του πρώτου ψηφιακού νεφελώματος από την βαλβίδα αποσυμπίεσης.
                                                                                                                     Στέλιος Καραθεοδώρου


Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Ταξίδι με το αυτοκίνητο

 Μικρός στο αυτοκίνητο χάζευα πίσω τα τοπία που απομακρύνονταν και με καταλάμβανε μια περίεργη αίσθηση απόσχισης από τις ίδιες τις ρίζες μου, μια αίσθηση αποστασιοποίησης από την ίδια την ημερομηνία της γέννησης μου, από όλα όσα ένιωσα έκτοτε για πρώτη φορά και τα ξεθώριαζε ο χρόνος αλύπητα μέχρι που έσβηναν. Ήταν ένα παιχνίδι τρομακτικό και όμορφο μαζί που διασκέδαζε την πλήξη της μακρόσυρτης διαδρομής και που κάθε φορά κατέληγε σε υποχρεωτική στάση στην άκρη του δρόμου για να κάνω εμετό. Η μαμά όλο έλεγε όταν οδηγούσε ο μπαμπάς να κοιτάω μόνο μπροστά και με επανέφερε κάθε φορά που ξεχνιόμουν στον παράπλευρο οίστρο της κινούμενης τοπιογραφίας. Κάπως έτσι παβλοφικά εμπέδωσα τα ταξίδια σαν νεκροπομπές με παρωπίδες, σαν επιμέρους γρήγορες προωθήσεις προς την άγνωστη και συνάμα αναπόφευκτη ημερομηνία του θανάτου μου.

                                                                                          Στέλιος Καραθεοδώρου


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Οδός Βύρωνος

 Το παράθυρο έβλεπε στο πιο άχαρο σημείο της οδού Βύρωνος. Οι περαστικοί αναπόφευκτα μου τραβούσαν την προσοχή. Έμοιαζα με τον παραμελημένο σκύλο στην αυλή που κολλάει το μάτι του στην μοναδική χαραμάδα του φράχτη, προσδοκώντας επαφή με τους αμέριμνους διαβάτες απ’ έξω, παρόλο που ξέρει πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί και έχει πάψει από καιρό τώρα με λαχτάρα να τους γαβγίζει, όταν κατάλαβε πως χωρίς να το θέλει, τους ανάγκαζε έτσι να απομακρύνονται αντανακλαστικά πιο βιαστικοί. Η εμμονική καταγραφή τους στην ψηφιακή μνήμη της φωτογραφικής μου μηχανής, το χνάρι απ’ το ακατάπαυστο πηγαινέλα τους που αποτύπωνε ενός ασήμαντου δρόμου την ιστορία, μου προκαλούσε μια τρυφερή ψευδαίσθηση οικειότητας με αυτό που εν αγνοία του το αγάπησα τόσο όσο και το φοβήθηκα μαζί, μου έφερνε εκείνη την γνώριμη γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, απ’ όταν συνειδητοποίησα πως μια μέρα θα πεθάνω και έπαψα από τότε να είμαι παιδί, σαν το χάδι που το ακούς υπόκωφα να βρυχάται και την δυσοσμία που αφήνει το φιλεύσπλαχνο βλέμμα όταν στην πραγματικότητα αδιαφορεί.
                                                                                                                      Στέλιος Καραθεοδώρου


Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Η γκλίτσα, το λάσο και το κακό συναπάντημα

 Ο έφιππος γελαδάρης ξεπέζεψε μπροστά στην πολυκαιρισμένη διαφημιστική ταμπέλα της μάλμπορο, σ’ ένα αυθαίρετο αγροτεμάχιο δίπλα στην Εγνατία Οδό. Στην φωτογραφία αναγνώρισε τον εαυτό του, τότε που αγέρωχος ατένιζε το μέλλον με το τσιγάρο αναμμένο στo στόμα. Μια σκουριασμένη χαρακιά σαν ουλή απ’ τις βροχές στο πορτραίτο της νιότης του, τον προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα, του υπενθύμισε πως πλέον δεν ήταν παρά μια ξεθωριασμένη αφίσα που κανείς δεν θυμόταν. Έβηξε φτύνοντας αίμα. "Η Αμερική σκοτώνει τους καουμπόι της με τσιγάρα μάλμπορο", μονολόγησε απογοητευμένος.
 Την ενδοσκόπηση του διέκοψε ο θόρυβος ενός αυτοκινήτου που σταμάτησε δίπλα του. Ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο, άδειασε το τασάκι πάνω στις δερμάτινες μπότες του καουμπόι και γκάζωσε επιδεικτικά. Ο Μάλμπορο Μαν καβάλησε το άλογο και τον κυνήγησε, στροβίλισε το λάσο στον αέρα και πετώντας το μέσα από το ανοιχτό παράθυρο τράβηξε έξω τον οδηγό, ενώ το αυτοκίνητο κατέληξε φλεγόμενο στο παρακείμενο χαντάκι. Από τα συντρίμμια ακουγόταν μια γνωστή μελωδία, «ω-ω-ω-ω ουζάκι ουζάκι, ω-ω-ω-ω μάλμπορο τσιγαράκι».
 «Ωραίο τραγούδι», είπε χαμηλόφωνα ο καουμπόι και ρώτησε χαιρέκακα τον οδηγό:
-«Τι είναι αυτό, φουστάνι φοράς ρε”;
-«Φουστανέλα το λένε».
-«Έχει και πιέτες βλέπω».
-«Και συ δεν πας πίσω με τα κρόσσια».
-«Και αυτές οι κόκκινες παντούφλες με τις φούντες»;
-«Τσαρούχια τα λέμε στο χωριόμ».
 Ο Μάλμπορο Μαν κοίταξε τις μπότες του. «Τι τσαρούχια, τι σπιρούνια», είπε από μέσα του και ρώτησε τον οδηγό ξανά:
-«Τι κυνηγάτε εδώ»;
-«Τον τελευταίο καιρό μετανάστες, έχουμε και τους τσιγγάνους για προπόνηση», απάντησε και γέλασε σαρκαστικά στρίβοντας το τσιγκελωτό μουστάκι του. «Εσείς τι κυνηγάτε στο Τέξας φίλε και για να έχουμε καλό ρώτημα πως απ’ τα μέρη μας»;
-«Είμαι συνταξιούχος καουμπόι, κάνω τον γύρο του κόσμου με άλογο για να συγκεντρώσω λεφτά για το τείχος του Τραμπ. Εμείς παλιά κυνηγούσαμε Απάτσι, τώρα Μεξικάνους και έχουμε τους μαύρους κλασικά για προπόνηση».
-«Μα εμείς ταιριάζουμε πολύ», είπε ο τσολιάς.
 Ο Μάλμορο Μαν το σκέφτηκε λίγο, άπλωσε το χέρι και τον βοήθησε να ανεβεί στο άλογο πίσω του. Όσο η φιγούρα τους απομακρυνόταν στο ηλιοβασίλεμα, ο τσολιάς ψιθύρισε τρυφερά στο αυτί του καουμπόι: "Αν αυτό σε παρηγορεί, η Ελλάδα σκοτώνει τους τσολιάδες της με τυρί φέτα" και έβγαλε από την τσέπη ένα χάπι χοληστερίνης, το έσπασε στην μέση και του πρόσφερε το μισό. Ο καουμπόι συγκινημένος γύρισε και φίλησε τον τσολιά στα χείλη. «Με τσίμπησε το μουστάκι σου», είπε με νάζι και συνέχισαν σφιχταγκαλιασμένοι το ταξίδι τους προς το άγνωστο.
                                                                                                                Στέλιος Καραθεοδώρου