Ο Σμόκι κρυμμένος στις καλαμιές, το περασμένο βράδυ, έγινε μάρτυρας μιας συναλλαγής με κακή έκβαση, ανάμεσα στα μέλη της ντόπιας μαφίας, στις όχθες του χειμάρρου.
Είδε τον τσιλιαδόρο που στεκόταν δίπλα στο
τζιπ, να ξεφορτώνεται μέσα στα χόρτα, το μισό από το μπέργκερ που έτρωγε μέχρι
τότε με βουλιμία, λίγο πρίν εγκαταλείψει βιαστικά με τον συνεργό του το σημείο,
αφήνοντας πίσω αναίσθητο έναν αιμόφυρτο άντρα.
Ο Σμόκι πλησίασε στα πόδια του αγνώστου που
ακόμη ανέπνεε, έτριψε την όρθια ουρά του στις σόλες των παπουτσιών, τις ψέκασε
με τα ούρα του και έσκαψε επιδεικτικά το χώμα προς το μέρος του λιπόθυμου, σαν
ένας βιαστικός νεκροθάφτης. Μετά απόλαυσε το μισοφαγωμένο μπέργκερ του
τσιλιαδόρου και ανηφόρισε στο ανάχωμα προς την γέφυρα.
Στην κορυφή, έκανε το μπάνιο του με τις
χαρακτηριστικές κυκλικές κινήσεις του μπροστινού ποδιού γύρω από το αυτί του
και κατευθύνθηκε προς στο παγκάκι, το σήμα κατατεθέν στέκι της συμμορίας της
γέφυρας.
Ξάπλωσε ανάμεσα στην Σιμόν και τον Όζι, που
τους είχε πάρει ήδη ο ύπνος και με γεμάτη κοιλιά γουργούριζε μέχρι να κοιμηθεί.
Το πρωί ο Σίντ, ο αρχηγός της αγέλης,
καθόταν πάνω στο μπράτσο από το παγκάκι και περίμενε υπομονετικά τον Σμόκι να
ξυπνήσει, για να του δώσει εξηγήσεις για το μπέργκερ που έφαγε μόνος και που
ακόμα η μυρωδιά του γινόταν αντιληπτή στην ατμόσφαιρα, προκαλώντας την
συσσωρευμένη οργή του Σίντ, μέχρι την αναπόφευκτη εκτόνωση της πάνω στον
ανυποψίαστο Σμόκι.
Στέλιος Καραθεοδώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου