Η αντανάκλαση της πανσελήνου στον νερόλακκο του δρόμου,
αναβράζον ντεπόν για αδέσποτους σκύλους.
Σ.Κ.
Η αντανάκλαση της πανσελήνου στον νερόλακκο του δρόμου,
αναβράζον ντεπόν για αδέσποτους σκύλους.
Σ.Κ.
Στην σκιά μας θα βρίσκουμε πάντα τον δρόμο,
το άπλετο
φως μπροστά μας όπως διασχίζει
και όταν
χάνεται πίσω ή πλάι απ’ τα μάτια μας,
την διαδρομή μας πάλι αυτή θα την ορίζει.
Σ.Κ.
Το λες και νεκροφίλημα,
το παράταιρο αποτύπωμα των φτερών της
πεταλούδας,
πάνω στο ψυχρό τσιμέντο,
το λες και μνήμη,
την παγωμένη αίσθηση της άψυχης σάρκας,
που άσβεστη μένει στα χείλη.
Σ.Κ.
Βρίσκω την χαρά,
ανάμεσα στις λέξεις,
εκεί που σκάει το κύμα,
μα είπες δεν θα αντέξεις,
το μεσοδιάστημα της σιωπής,
το χαμένο μου βλέμμα,
όταν ψάχνει με αγωνία το ουσιώδες στο
ευτελές
και αναζητεί την συμπόρευση,
σε κάθε σου νεύμα,
στις σύντομες σιωπές,
καταλαγιάζει η καταιγίδα,
στροβιλίζομαι πάνω απ'την πόλη,
σαν Μαίρη Πόπινς χωρίς ομπρέλα,
μία διαρκής εξοικείωση με το αίσθημα της
ελεύθερης πτώσης,
ένα ταξίδι χωρίς πυξίδα,
μην φοβάσαι χαμογέλα.
Σ.Κ.
Στις αποβάθρες των λιμανιών,
όσοι εγκαταλείπουν την πατρίδα τους
επιβιβάζονται στα πλοία μισοί.
Ένα αόρατο νήμα τους κρατάει δεμένους με ότι
άφησαν πίσω
και μεταφέρει νοερά τις δονήσεις όσων
εγκατέλειψαν στην ακτή.
Πάνω απ' τα κεφάλια τους,
ένα αιωρούμενο νέφος από σαρδέλες,
αλλάζει σχηματισμούς για να αποτρέψει τον
θηρευτή.
Η αντανάκλαση του φόβου τους στο μάτι του
κήτους,
κουβαλάει την μνήμη της περιδίνησης των
άστρων.
Όπως τις ρωγμές των τοίχων που μοιάζουν με
συνθήματα σε μια ακατάληπτη γλώσσα,
η κραυγή αγωνίας της αστικής φθοράς,
θα βρίσκει πάντα διέξοδο μέσα από τόνους
μπετόν,
σαν ψίθυρος που σπάει τον ήχο που κάνει η
βροχή.
Σ.Κ.
Να ξαναδινεις νόημα,
στα μέρη που το γύρεψες,
να επιστρέφεις από την μνήμη,
σαν εικόνα που ζωντανεύει,
να κατακτά το όνειρο,
τον χώρο που του στέρησες,
και όταν φτάνει να μοιάζει πως φεύγει.
Σ.Κ.
Στις μελλοντικές Ατλαντίδες μας,
τα παιδικά μας χρόνια θα κείτονται
στην γραμμή του ορίζοντα,
σαν αποκαμωμένοι σχοινοβάτες
πάνω από τα καταποντισμένα συντρίμμια
μιας ξοδεμένης ύπαρξης,
κάτω από το αναπόδραστο βάρος
της επαναλαμβανόμενης πρώτης ανάσας μας.
Στην ανεπαίσθητη χρωματική διαβάθμιση του
γαλάζιου,
μεταξύ ουρανού και θάλασσας,
ο ήχος της ταλάντωσης του συρματόσχοινου
υπό το βάρος της αθωότητας,
τροφοδοτεί με τον καρδιακό μας ρυθμό
την μελωδία της ματαιότητας.
Σ.Κ.
Όταν η φιγούρα της κόρης σου κόντρα στο φως,
συμπυκνώνει το αρχέγονο δέος του πρωτόπλαστου,
τον βρυχηθμό από τα έγκατα της γης,
που πυροδότησε έναν πίδακα από λάβα με
κοκκινόχωμα
και έγινε το μετέωρο πρωτόλειο νεφέλωμα,
που έμελλε να πάρει την μορφή της ζωής
και που ανασταίνεται μέσα σου,
κάθε φορά που νομίζεις ότι την έχασες,
μόλις την αντικρίζεις.
Σ.Κ.
Αν είχαν οι νεκροί την ευκαιρία,
να ζήσουν έστω και μια κακή σου μέρα,
ξέρουν το πως,
μα δεν μπορούν,
να κάνουν την κάθε σου στιγμή μια Κυριακή,
όταν για σένα ξημερώνει,
ακόμα μια Δευτέρα.
Σ.Κ.
Στου κρανίου τον τόπο,
ακόμη στριγκλίζουν οι εκτροχιασμένες αμαξοστοιχίες.
Στους κυρτούς τοίχους των παγωμένων τούνελ,
ακόμη λαμπυρίζουν τα πυρωμένα βαγόνια.
Στον αέρα δεν έχει οξυγόνο,
κατακάθησε στο έδαφος η επιθανάτια αγωνία σαν θειάφι,
μια τοξική ομίχλη σου καίει τα πνευμόνια.
Ο υπόκωφος βόμβος της μηχανής δεν σταματά,
η ηχώ των νεκρών που μέσα σου ουρλιάζει
και τα καυτά χαλίκια που λιώνουν τις σόλες,
σου θυμίζει πως το ηφαίστειο κάτω από εκεί που πατάς,
ακόμη κοχλάζει.
Σ.Κ.
Το μοτίβο μιας επαναλαμβανόμενης κόκκινης βούλας στις πλάκες του πεζοδρομίου,
η διάστικτη αιμορραγία ενός καταναγκαστικού
γκραφιτά χωρίς σπρέι,
που ζωγραφίζει τρυπώντας τις αρτηρίες του
μπροστά στους λευκούς τοίχους της πόλης,
ένας σύγχρονος Χάνσελ που σημαδεύει
ανεξίτηλα τον δρόμο της επιστροφής του με την Γκρέτελ,
για να θυμάται να μην γυρίζει ποτέ εκεί που
μισεί με αυτήν που αγαπά.
Σ.Κ.
μια σταλιά νύχτα
δεν φτάνει
να ορίσει την πέτρα
που χάνει
της καλοκαιρινής μέρας
την κάψα
μια σταλιά γάλα
δεν αρκεί
να ορίσει ως βδέλυγμα
της μύγας την ακόρεστη λαχτάρα για σήψη
της άψυχης σάρκας
το θαύμα
Σ.Κ.
[Λιτανεία]
Στο
κέντρο της πόλης,
ο
ήλιος χαμηλά,
τρυπώνουν
οι ακτίνες του στα στενά,
ένας
άνθρωπος με μακριά σκιά,
περπατάει
στα χαμένα,
κρατάει
τρυφερά,
τον
νεκρό του σκύλο,
άκαμπτο
στην ζεστή του αγκαλιά.
[Προσευχή]
Μια
καρακάξα με σπασμένα φτερά,
πηδάει
αλλοπρόσαλλα απ' το ανάχωμα,
ξανά
και ξανά,
κάθε
λίγο που καταφέρνει να βρίσκεται στο κενό,
κόντρα
στον ήλιο,
η
ανέπαφη με το σώμα της στο έδαφος σκιά,
είναι
μία ακόμα στιγμιαία εκπλήρωση,
της
εξέγερσης ενάντια στην φθορά.
[Εσπερινός]
Ο
εναπομείνας ημιτελής οβελίσκος στα ορυχεία του Ασουάν,
είναι
η κατακεκλιμένη ακτίνα του ήλιου,
που
αρνήθηκε να αποτραβηχτεί ένα δειλινό
και
κατέπεσε πετρωμένη στο χαράκωμα της ερήμου,
θυμίζοντας
πως το σκοτάδι,
είναι
ο απαραίτητος δισταγμός,
που
κληροδοτεί το ανεξίτηλο αποτύπωμα της αδράνειας,
στην
ματαιότητα της νέας ημέρας.
[Μνημόσυνο]
Ο
ήχος του ανέμου μέσα απ' τις σπασμένες προθήκες των τάφων
και
οι σκιές του τρεμοπαίγματος των κορυφών απ' τα κυπαρίσσια πάνω στα λευκά
μάρμαρα,
μνημονεύουν
τις ορατές μελωδίες ενός ανήλιαγου λυρικού λάρυγγα,
τους
ανάγλυφους στίχους του βέβηλου ποιητή,
απ'
τον αιχμηρό αντίλαλο της απαγγελίας τους πάνω στους αιώνιους βράχους
και
τον οργασμό των Σάτυρων που για όσο διαρκεί,
μετουσιώνει
το ανέγγιχτο φως του ήλιου σε απτό γεωμετρικό δέσμημα,
από
φλεγόμενες τροχιές που έχουν αποκρυσταλλωθεί.
Σ.Κ.
Μην φέρεσαι σαν παιδί, λένε,
μα
αν είμαι παιδί,
το
πρώτο σύννεφο που έσπασε την μονοτονία του καθαρού ορίζοντα,
ήταν
το αστεροειδές παραισθησιογόνο εναιώρημα,
που
μου χορήγησες με ένα αστραπιαίο χαμαιλεόντειο γλωσσόφιλο,
όταν
χορεύαμε αντικρυστά σε μια απροσάρμοστη συνάθροιση,
σε
μια εκκλησία που ο θεός ήταν ντίτζεϊ
και
μείς για όσο έπαιζε η μουσική,
τα
αιωρούμενα χειραφετημένα τέκνα του.
Κάθιδρος
στο ύπαιθρο πάρκινγκ το ξημέρωμα,
οι
υδρατμοί απ' τους ανοιχτούς μου πόρους έγιναν προσευχή
και
το αιθέριο ταξίδι τους,
εχέγγυο
του μεταθανάτιου ραντεβού μας.
Μην
φέρεσαι σαν παιδί, λένε,
μα
αν είμαι παιδί,
η
υγρή παλάμη σου,
παγωμένο
χάδι στην καυτή προμετωπίδα της βιογραφίας μου,
κάνει
την σπονδυλική μου στήλη να αναριγεί
και
τις σκέψεις μου να κοχλάζουν,
σαν
καυτός χυλός από παραγινωμένους αμανίτες,
που
απορρόφησαν όλη την σοφία του κόσμου απ' την πάχνη του αρχέγονου δάσους
και
εκπλήρωσαν την εξαΰλωση μου στο στερέωμα,
ένα
νεφέλωμα δομημένο απ' τις νευρικές μου απολήξεις,
που
κινούμενο σχηματίζει λέξεις σε μία ακατάληπτη γλώσσα.
Βρέχει
ασταμάτητα,
οι
ομόκεντροι κύκλοι απ' τις σταγόνες που προσκρούουν στους αντικατοπτρισμούς των
νερόλακκων,
κάνουν
την υπέρβαση μου αδύνατη,
σε
ένα περιβάλλον αντίπαλων παλμικών διαστάσεων,
που
παραμορφώνονται διαδοχικά
και
διεισδύουν η μία μέσα στην άλλη ακατάπαυστα,
χωρίς
φυγή,
δεν
είμαι πια παιδί.
Σ.Κ.
Δεν είναι η απόδειξη της ύπαρξης του χρόνου,
το κατακάθισμα της σκόνης,
η αποφυγή της βλεμματικής επαφής του ενήλικα,
με τα αντικείμενα που κάποτε ζωντάνευαν στα χέρια του.
Δεν είναι ούτε χώρος,
η συνεχιζόμενη κατάληψη της μνήμης,
που στενεύει τα όρια του εύθρυπτου ενεστώτα μας,
στον βωμό της βαρύτητας που γίνεται όλο και πιο αβάσταχτη.
Είμαστε τα ξεχασμένα παιχνίδια στα παιδικά μας δωμάτια,
διαπερατές οπτασίες που αιωρούνται άπραγες στο κενό,
ανέγγιχτα όνειρα που νοηματοδότησαν το τίποτα στα πρώτα μας βήματα,
ατίθασα άλογα που χάθηκαν τυφλωμένα στην αμμοθύελλα
και όταν εκτέθηκαν ταριχευμένα στο φως του ήλιου θρυμματίστηκαν.
Σ.Κ.