Η αντανάκλαση της πανσελήνου στον νερόλακκο του δρόμου,
αναβράζον ντεπόν για αδέσποτους σκύλους.
Σ.Κ.
Η αντανάκλαση της πανσελήνου στον νερόλακκο του δρόμου,
αναβράζον ντεπόν για αδέσποτους σκύλους.
Σ.Κ.
Το λες και νεκροφίλημα,
το παράταιρο αποτύπωμα των φτερών της
πεταλούδας,
πάνω στο ψυχρό τσιμέντο,
το λες και μνήμη,
την παγωμένη αίσθηση της άψυχης σάρκας,
που άσβεστη μένει στα χείλη.
Σ.Κ.
Να ξαναδινεις νόημα,
στα μέρη που το γύρεψες,
να επιστρέφεις από την μνήμη,
σαν εικόνα που ζωντανεύει,
να κατακτά το όνειρο,
τον χώρο που του στέρησες,
και όταν φτάνει να μοιάζει πως φεύγει.
Σ.Κ.
Στις μελλοντικές Ατλαντίδες μας,
τα παιδικά μας χρόνια θα κείτονται
στην γραμμή του ορίζοντα,
σαν αποκαμωμένοι σχοινοβάτες
πάνω από τα καταποντισμένα συντρίμμια
μιας ξοδεμένης ύπαρξης,
κάτω από το αναπόδραστο βάρος
της επαναλαμβανόμενης πρώτης ανάσας μας.
Στην ανεπαίσθητη χρωματική διαβάθμιση του
γαλάζιου,
μεταξύ ουρανού και θάλασσας,
ο ήχος της ταλάντωσης του συρματόσχοινου
υπό το βάρος της αθωότητας,
τροφοδοτεί με τον καρδιακό μας ρυθμό
την μελωδία της ματαιότητας.
Σ.Κ.
Το μοτίβο μιας επαναλαμβανόμενης κόκκινης βούλας στις πλάκες του πεζοδρομίου,
η διάστικτη αιμορραγία ενός καταναγκαστικού
γκραφιτά χωρίς σπρέι,
που ζωγραφίζει τρυπώντας τις αρτηρίες του
μπροστά στους λευκούς τοίχους της πόλης,
ένας σύγχρονος Χάνσελ που σημαδεύει
ανεξίτηλα τον δρόμο της επιστροφής του με την Γκρέτελ,
για να θυμάται να μην γυρίζει ποτέ εκεί που
μισεί με αυτήν που αγαπά.
Σ.Κ.
Σε μια άνυδρη μετέωρη στέπα,
ημιθανείς λιβελούλες ακροβατούσανε στις κορφές των άκαρπων μίσχων,
που είχαν φυτρώσει στην σκουριά των παροπλισμένων αντλιών
και τις μουμιοποίησε η συνεχής υπερέκθεση στο υπόκωφο βουητό του χάους.
Στα ερείπια των θεωρείων,
προεξείχαν οι απογυμνωμένες σιδερόβεργες απ' τα θρυμματισμένα τσιμέντα,
σαν συρμάτινες τρίχες που κρέμονταν απ' το κουφάρι ενός σιδερένιου κρανίου
και σχημάτιζαν έναν αμφιθεατρικό μεταλλικό καταρράκτη,
που στο κέντρο του κόχλαζε το τίποτα.
Οι αναθυμιάσεις απ' τα σπλάχνα του,
σχημάτισαν τα σπάργανα τ' ουρανού,
τα πρώτα σύννεφα.
Σ.Κ.
Πάνω από τα διάσπαρτα προαύλια των ιδρυμάτων, στους ορίζοντες που ευκαιριακά φανερώνονται στα οπτικά μας πεδία, στον ουρανό των αστικών ξέφωτων που διαμορφώνουν οι πλατείες με τους ακάλυπτους, αιωρούνται τα νεκροταφεία των χαμένων μας βλεμμάτων, οι μετέωρες προοπτικές μας στο τίποτα παγωμένες σε μια χωροχρονική κρίση αφαίρεσης, σαν τους σταλαγμίτες στο έρεβος του σπηλαίου που κατακτούν σιωπηλά το άγνωστο χτίζοντας στα τυφλά πάνω στα εξελικτικά τους απομεινάρια, μια συστοιχία αόρατων διανυσμάτων που καθηλώνει την ύπαρξη σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο φυγής που ποτέ δεν πραγματοποιείται.